αντίλαλος

αντίλαλος
ο
ανάκλαση ήχου, αντιβούισμα, αντήχηση
2. απήχηση, αντίκτυπος, εντύπωση.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • αντίλαλος — αντίλαλος, ο και αντιλάλημα, το και αντιλαλιά, η και αντιλαλητό, το ηχώ, αντήχηση: Ο αντίλαλος από τις φωνές έφτασε και στα αυτιά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χιλιαντίλαλος — ο, Ν μεγάλος αντίλαλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < χιλι(ο) * + αντίλαλος] …   Dictionary of Greek

  • ήχος — Διάδοση σε ένα ελαστικό μέσο των ταλαντώσεων που μεταδίδει σε αυτό ένα ταλαντούμενο σώμα (ηχητική πηγή). Συνήθως ή. ονομάζεται και το αποτέλεσμα που παράγεται από τις ελαστικές ταλαντώσεις στο εσωτερικό αφτί. Για το φυσιολογικό ανθρώπινο αφτί, το …   Dictionary of Greek

  • αντήχηση — Το φαινόμενο της ενίσχυσης του ήχου ο οποίος παράγεται μέσα σε έναν σχετικά περιορισμένο χώρο, εξαιτίας της συμβολής των ανακλώμενων κυμάνσεων. Για να συμβεί το φαινόμενο αυτό της α., πρέπει να υπάρχει μεταξύ των πηγών του ήχου και του εμποδίου… …   Dictionary of Greek

  • αντιβοή — η αντήχηση, αντίλαλος …   Dictionary of Greek

  • αντιλάλημα — το 1. αντήχηση, αντίλαλος 2. λάλημα πετεινού μετά από λάλημα άλλου …   Dictionary of Greek

  • αντιλαλιά — η (Μ ἀντιλαλιά) ο αντίλαλος νεοελλ. ο ήχος από τα κουδούνια των προβάτων …   Dictionary of Greek

  • απόηχος — ο 1. ο ήχος που προέρχεται από αντανάκλαση, αντίλαλος, η ηχώ 2. ο ασθενής λόγω απόστασης ήχος, ο ήχος που εξασθενίζει, που βρίσκεται στο τέλος του 3. η εντύπωση ή η κατάσταση που επακολουθεί μετά από ένα σημαντικό συμβάν, ο αντίκτυπος …   Dictionary of Greek

  • ηχολόγημα — το παραγωγή ήχων, αντήχηση, αντίλαλος, αχολόγημα, ηχολόι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηχολογώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στον Άγγ. Βλάχο] …   Dictionary of Greek

  • ηχώ — Φαινόμενο ανάκλασης του ήχου, κατά το οποίο ένας ήχος ακούγεται επαναλαμβανόμενος ακόμα και πολλές φορές –ολόκληρος ή ένα μέρος του– ορισμένο χρόνο μετά τη στιγμή της εκπομπής του. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται όταν o ήχος –ο οποίος διαδίδεται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”